Εξαίρεση

Να ξεχωρίζω ή να ανήκω;

Να ξεχωρίζω ή να ανήκω; Το δίλημμα του μαθητή.

Η μοναδικότητα στο σχολείο πόσο χώρο έχει; Ποιος ορίζει αυτόν τον χώρο;

Η επαφή μου με τα σχολεία, μέσα από τον ρόλο της σχολικής ψυχολόγου, συχνά με προβληματίζει. Μου ανοίγει σκέψεις για την κοινωνία που πλάθουμε καθημερινά. Τη φετινή χρονιά, μέσα από το πλαίσιο της εργασίας μου στην Προσχολική και την Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, βρίσκομαι πιο κοντά στις μικρότερες ηλικίες. Το νηπιαγωγείο, ειδικότερα, είναι ένας χώρος όπου η πρόληψη έχει κεντρικό ρόλο. Εκεί όπου προλαβαίνουμε να παρέμβουμε. Αλλά πώς μπορούμε να παρέμβουμε; Δίνοντας βάρος σε όσα λείπουν ή αξιοποιώντας όσα ήδη υπάρχουν;

Ό,τι αποκλίνει από το αναμενόμενο φαίνεται να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής μας. Πόση ελευθερία δίνουμε, τελικά, στους ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους; Και ποιος αποφασίζει τι είναι «εντάξει»;

Σε μια τάξη νηπιαγωγείου, ενδεικτικά, ένα παιδί δυσκολεύεται να ακολουθήσει τους κανόνες της ομάδας, διακόπτει ή αντιδρά έντονα όταν τα πράγματα δεν γίνονται όπως τα περιμένει. Η εύκολη ανάγνωση είναι ότι “δεν μπορεί να προσαρμοστεί”. Κι όμως, το ίδιο παιδί μπορεί να δείχνει έντονη ανάγκη για έκφραση, ισχυρή προσωπικότητα ή δυσκολία στη διαχείριση συναισθημάτων, στοιχεία που χρειάζονται κατανόηση, όχι καταστολή.

Αντίστοιχα, ένα άλλο παιδί μπορεί να επιλέγει να παίζει μόνο του, να αποφεύγει την ομαδική δραστηριότητα και να μη δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κοινωνική αλληλεπίδραση. Αυτό συχνά μας ανησυχεί. Αλλά τι γίνεται αν για το ίδιο το παιδί αυτός είναι ένας τρόπος να νιώθει ασφάλεια; Αν εκεί βρίσκει τον χώρο να οργανώσει τον εαυτό του;

Ίσως, τελικά, το ζήτημα να μην είναι αν τα παιδιά μπορούν να προσαρμοστούν στο σχολείο, αλλά αν το σχολείο μπορεί να αντέξει τη μοναδικότητα τους. Επιτρέπεται, τελικά, σε ένα παιδί να είναι μοναδικό, χωρίς να χρειάζεται διαρκώς να “ταιριάξει”; Θέλω να μπορώ να βλέπω κάτω από το παγόβουνο. Να αντέχω να κοιτάζω πίσω από το «πρόβλημα» και να αναγνωρίζω τι κρύβεται από κάτω, την ανάγκη για σύνδεση, αποδοχή και κατανόηση. Και, τελικά, γνωρίζω πως ως έναν βαθμό θα χρειαστεί να προσαρμοστώ. Γιατί αν δεν το κάνω, το ίδιο το σύστημα θα με απορρίψει. Η συστημική προσέγγιση, άλλωστε, μας υπενθυμίζει ότι τα συστήματα είναι από τη φύση τους συντηρητικά· αντιδρούν με ένταση στις απότομες αλλαγές.

Ίσως, τελικά, για να ακουστεί μια διαφορετική φωνή, χρειάζεται να αναζητούμε κάθε φορά τον τρόπο και την ισορροπία.

Ας μη σταματήσουμε, όμως, να δίνουμε χώρο σε αυτές τις διαφορετικές φωνές, ακόμη και χαμηλόφωνα. Άλλωστε, όπως επισημαίνει και ο J. Hüfner, μικρές αλλαγές μπορούν να επιφέρουν μεγάλες συνέπειες.

Δεν θα σταματήσω να ελπίζω σε ένα σχολείο που μετακινείται από τις ελλείψεις στα αποθέματα και τους πόρους. Σε ένα σχολείο που ανοίγει τον δρόμο για μια κοινωνία δυνατοτήτων.
Κι αν το σχολικό σύστημα δεν καταφέρει να ενσωματώσει αυτή τη σκέψη, θα έχω προσπαθήσει και θα συνεχίσω να προσπαθώ να την υπενθυμίζω, ως ένα μικρό αλλά ενεργό του κομμάτι.

Χριστίνα Ευθυμίου, Ψυχολόγος MSc