Skip to main content

Εξαίρεση

Ποιοι άλλοι κατοικούν μέσα μας

Ποιοι «άλλοι» κατοικούν μέσα μας;

Πόσες σκέψεις, πόσες ατελείωτες υποθέσεις και σενάρια για το τι θα πουν οι άλλοι για εμάς; Πώς πήραν αυτό που είπαμε; Πώς τους φάνηκε η στάση μας, η συμπεριφορά μας, οι αποδόσεις και οι επιδόσεις μας;
 
Άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο. Για κάποιους αυτό καταλαμβάνει περισσότερο χώρο, για κάποιους άλλους λιγότερο ή και καθόλου.
 
Ας σταθούμε λίγο και ας αναλογιστούμε.
 
Πόσο από τον χρόνο και την ενέργειά μας έχουμε καταναλώσει σκεπτόμενοι τους άλλους; Σε τι μας εξυπηρετεί, αλήθεια; Μας εξελίσσει ή μήπως μας κρατάει στάσιμους; Και τελικά, ποιοι είναι οι χειρότεροι φόβοι μας;
 
Ίσως πίσω από αυτούς τους απροσδιόριστους «άλλους» να κρύβονται κάποιοι πολύ, πολύ γνωστοί και κοντινοί μας άνθρωποι.
 
Πίσω από το πυκνό σύννεφο που μας σκεπάζει, αν το καλοσκεφτούμε, μπορεί να αχνοφαίνονται μια απαιτητική μητέρα, ένας επικριτικός πατέρας, ένας δάσκαλος που κάποτε μας έκανε να αμφισβητήσουμε τις δυνατότητές μας, ένας φίλος που μας πρόδωσε, ένας άνθρωπος που αγαπήσαμε και μας πλήγωσε. Άνθρωποι που μας μείωσαν, που δεν πίστεψαν σε εμάς.
 
Βιώματα που κουβαλάμε μέσα μας σαν βαρίδια. Λόγια που πόνεσαν, φράσεις που μας έκοψαν σαν μαχαίρια, βλέμματα που είπαν περισσότερα από τις λέξεις και που, άθελά μας, ίσως περιμένουμε ότι θα ξανασυναντήσουμε.
 
Μια ατέρμονη προσπάθεια να αποφύγουμε τους εσωτερικούς μας φόβους. Να αποφύγουμε την επικριτικότητα που τόσο μας πόνεσε και που, κατά τα άλλα, έχει γίνει πλέον οικεία. Με αποτέλεσμα να τη θεωρούμε αναμενόμενη και να ζούμε μαζί της.
 
Και οι «άλλοι» δεν είναι πάντα ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Μπορεί να είναι και οικογενειακοί μύθοι, φράσεις και πεποιθήσεις που ταξιδεύουν μέσα στις γενιές. Εκείνο το γνώριμο «Τι θα πει ο κόσμος;». Εκείνο το «πρέπει» που μάθαμε να ακούμε πριν ακόμη προλάβουμε να αναρωτηθούμε τι θέλουμε εμείς.
 
Κάπως έτσι, οι φωνές και τα βλέμματα των άλλων μπορεί να γίνουν δικές μας φωνές και δικά μας βλέμματα πάνω στον εαυτό μας.
 
Και τότε, ποιος μιλάει όταν φοβάμαι την κριτική; Ποιον προσπαθώ να ικανοποιήσω; Ποιανού την αποδοχή προσπαθώ ακόμη να κερδίσω;
 
Ίσως αξίζει να σταθούμε λίγο σε αυτά τα ερωτήματα.
 
Και κάποιες φορές αυτό το βάρος μπορεί να μας έχει βοηθήσει. Κάποτε μπορεί να μας προστάτευσε, να μας βοήθησε να αποφύγουμε την απόρριψη, να προσαρμοστούμε, να διαβάζουμε καλύτερα τις αντιδράσεις των άλλων.
 
Μόνο που αυτό που κάποτε μας βοήθησε μπορεί σήμερα να μην μας είναι πια τόσο χρήσιμο.
 
Κι έτσι, το ερώτημα δεν είναι μόνο «πώς θα πετάξουμε αυτά τα βαρίδια;»
 
Ίσως είναι και:
 
Πώς θα θέλαμε να είμαστε αν δεν χρειαζόταν πια να τα κουβαλάμε με τον ίδιο τρόπο;
 
Κι αν αφήσουμε κάτι πίσω, τι θα θέλαμε να βάλουμε στη θέση του;
 
Τελικά, η αλλαγή ίσως να μην βρίσκεται στο να απαλλαγούμε από όλα όσα μας έχουν διαμορφώσει. Μπορεί να βρίσκεται στο να τα κοιτάξουμε, να καταλάβουμε τη θέση που είχαν στη ζωή μας και να αποφασίσουμε ποια από αυτά θέλουμε ακόμη να κρατήσουμε.
 
Και κάπου εδώ επιστρέφουμε στους «άλλους».
 
Γιατί οι άλλοι έχουν τα δικά τους βαρίδια, τους δικούς τους φόβους, τις δικές τους προσδοκίες, τη δική τους ζωή. Κι αν τελικά ασχοληθούν μαζί μας, αυτό θα αφορά και τη δική τους ιστορία, τις δικές τους ανάγκες, τον δικό τους τρόπο να βλέπουν τον κόσμο.
 
Κι έτσι, το ζητούμενο δεν είναι να πάψουν οι άλλοι να έχουν άποψη για εμάς.
 
Αλλά να αναρωτηθούμε ποιοι είναι τελικά οι «άλλοι» που έχω μέσα μου και πόση θέση θέλω, από εδώ και πέρα, να τους δίνω στη δική μου ζωή.
 
Χριστίνα Ευθυμίου,
Ψυχολόγος MSc